Ο νέος νόμος πλαίσιο για την ανώτατη εκπαίδευση

Θα ξεκινήσω με ένα δεδομένο: ότι τα σχόλια μου είναι καλοπροαίρετα, καθώς η παιδεία είναι ο κατεξοχήν χώρος όπου η συνεννόηση, η συναίνεση, ο ουσιαστικός και παραγωγικός διάλογος αποτελούν την αναγκαία συνθήκη, διότι η αναμόρφωση της παιδείας αποτελεί εθνικό στόχο και ξεπερνάει κόμματα, αντιπαραθέσεις, ιδεοληψίες και φορείς. Πολύ περισσότερο ξεπερνάει τα ίδια τα πρόσωπα. Γιατί η παιδεία είναι ένδειξη πολιτισμού και κουλτούρας. Είναι πάνω απ’ όλα πήχης ευημερίας μίας ολόκληρης κοινωνίας. Πράγματι είναι περισσότερο από αναγκαίο να γίνουν ριζικές αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας του πανεπιστημίου, έτσι ώστε και αυτό να συνδεθεί όχι μόνο με την κοινωνία αλλά και με την αγορά εργασίας.
Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο το υφιστάμενο σχέδιο νόμου ικανοποιεί αυτές τις συγκεκριμένες ανάγκες.

Σήμερα έρχεται αιφνιδιαστικά ένα σχέδιο νόμου που εμπεριέχει ή δεν συμπεριλαμβάνει διατάξεις που δικαίως δημιουργούν πάρα πολλές αντιδράσεις στην ελληνική οικογένεια και στην πανεπιστημιακή κοινότητα. Οι προτάσεις του Υπουργείου Παιδείας για το νέο νόμο πλαίσιο που δόθηκαν (επιτέλους) στην δημοσιότητα αποτελούν (υποτίθεται) τα συμπεράσματα διαλόγου με την πανεπιστημιακή κοινότητα που ξεκίνησε πανηγυρικά πέρυσι τον Σεπτέμβριο στους Δελφούς, από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό. Ορίστηκε μάλιστα επιτροπή με ξένους πανεπιστημιακούς οι οποίοι κανείς δεν γνωρίζει με ποίους διαβουλεύθηκαν και τι πρότειναν. Το προσχέδιο παρουσιάζει συγκεκριμένα δομικά ελλείμματα. Η αρχική εντύπωση που δίνεται από τον βιαστικό τρόπο που ανακοινώθηκε εν μέσω θέρους, με κλειστά τα πανεπιστήμια, είναι ότι η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας αντιμετωπίζει το ζήτημα, με πολιτικές σκοπιμότητες, προχειρότητα και επικοινωνιακούς όχι ουσιαστικούς όρους.


• Η πρώτη γενική παρατήρηση στο προσχέδιο νόμου είναι ότι δεν υπάρχουν μεταβατικές διατάξεις, απαραίτητες για την ομαλή μετάβαση από το υπάρχον μοντέλο διοίκησης στο προβλεπόμενο από το νέο νόμο.
• Δεύτερον, δεν διασφαλίζεται έμπρακτα η διοικητική αυτοτέλεια και η ουσιαστική αυτονομία των πανεπιστημίων και δεν εγγυάται την συνταγματικότητα των προτεινόμενων ρυθμίσεων. Ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 8 του προσχεδίου, αποδυναμώνονται αντίστοιχα τα θεσμικά όργανα των Ιδρυμάτων και πλήττεται ευθέως η συνταγματικά κατοχυρωμένη «πλήρης αυτοδιοίκησή» τους. Το προτεινόμενο δυαδικό μοντέλο διοίκησης (Συμβούλιο Διοίκησης, Σύγκλητος) δεν ανταποκρίνεται στη συνταγματική επιταγή της «πλήρους αυτοδιοίκησης» των Α.Ε.Ι.
• Τρίτον, με το νέο νόμο όχι μόνο δεν αποτρέπεται αλλά ενισχύεται η δημιουργία πανεπιστημίων πολλαπλών ταχυτήτων καταφέρνοντας το τελειωτικό κτύπημα στην βιωσιμότητα των περιφερειακών ΑΕΙ. Οι διαφοροποιήσεις σε προσόντα προσώπων, μελών ΔΕΠ, αλλά και η κατάργηση των προνομίων της δωρεάν σίτισης και στέγασης των οικονομικά και κοινωνικά αδυνάτων φοιτητών, που πλέον το κόστος θα επιβαρύνει τους ίδιους και τις οικογένειές τους, δεν αφήνει πολλά περιθώρια επιλογής των περιφερειακών τμημάτων.
• Τέταρτον, πλήττεται ουσιαστικά η ακαδημαϊκή και επαγγελματική ισοτιμία των τίτλων που θα αποκτούν οι φοιτητές από τα προγράμματα σύντομου κύκλου σπουδών. Τα προγράμματα αυτά (διετή και τριετή) θα οδηγήσουν στην υποτίμηση της ποιότητας των σπουδών και στην υποβάθμιση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων.
• Πέμπτον, οι λέκτορες σήμερα αποτελούν το του διδακτικού προσωπικού. Η κατάργηση της βαθμίδος του Λέκτορος, αποτελεί αν όχι παγκόσμια, σίγουρα ευρωπαϊκή πρωτοτυπία και θα προκαλέσει σειρά σημαντικών εκπαιδευτικών ζητημάτων στα πανεπιστήμια πλήττοντας παράλληλα την εύρυθμη λειτουργία των Ιδρυμάτων, και δημιουργώντας αδιέξοδα σε μια γενιά επιστημόνων.
• Έκτον, με την θεσμοθέτηση στις Σχολές ενιαίου προγράμματος σπουδών στο πρώτο έτος σπουδών, ώστε οι φοιτητές να εισάγονται στα Τμήματα μετά το πρώτο προπαρασκευαστικό έτος, ουσιαστικά καταργείται το μοναδικό αδιάβλητο σύστημα εξετάσεων στην χώρα μας, δηλαδή οι Πανελλαδικές εξετάσεις, αυξάνονται παράλληλα οι ανάγκες των μαθητών και των πρωτοετών για φροντιστηριακή εκπαίδευση, ενισχύεται η παραπαιδεία και επιβαρύνεται ο ήδη βεβαρημένος οικογενειακός προϋπολογισμός, σε περίοδο μάλιστα βαθιάς οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Με την είσοδος δια της πλαγίας οδού της παραπαιδείας και στο χώρο των πανεπιστημίων, από τη στιγμή που δεν υπάρχει ένας αδιάβλητος θεσμός εξετάσεων για το ποιοι θα φοιτήσουν και σε ποιες σχολές, ελλοχεύει ο κίνδυνος να αναπτυχθούν εστίες διαφθοράς και εκμετάλλευσης μέσα στο χώρο των πανεπιστημίων. Ενώ δηλαδή ο στόχος παραμένει η αξιοκρατία και οι ίσες ευκαιρίες για όλους τους νέους, στην πραγματικότητα με τον νέο νόμο ανοίγει νέο μεγάλο παράθυρο στην αναξιοκρατία και την διαπλοκή.
• Έβδομον, η κατάργηση του Τμήματος ως βασική ακαδημαϊκή μονάδα θα δημιουργήσει εκτός των άλλων ακαδημαϊκών θεμάτων και σύγχυση στον επαγγελματικό προσανατολισμό των φοιτητών.
• Όγδοον, οι όποιες αλλαγές στην παιδεία και δη στην τριτοβάθμια εκπαίδευση πρέπει να είναι αποφάσεις ενός ολοκληρωμένου εξαντλητικού και επίμονου εθνικού διαλόγου με όλους τους εμπλεκόμενος φορείς. Δικαίως οι πανεπιστημιακοί διαμαρτύρονται για απαξίωσή τους, θεωρώντας τον διάλογο προσχηματικό. Θα πρέπει να δοθεί ο απαραίτητος χρόνος στην πανεπιστημιακή κοινότητα αλλά και στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, να μελετήσουν με προσοχή το νομοσχέδιο. Να περάσει ο ύποπτος χρόνος του καλοκαιριού και το Σεπτέμβριο να κατατεθούν από όλες τις πλευρές συγκεκριμένες και ολοκληρωμένες προτάσεις. Κυρίως να μπορέσει η πανεπιστημιακή κοινότητα να καταθέσει τις δικές της προτάσεις που θα προκύψουν από ευρύ, ουσιαστικό και ανοιχτό διάλογο. Διάλογος επί της ουσίας δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με διαδικασίες εξπρές στη καρδιά του καλοκαιριού.

Σε συνθήκες κρίσης όπως αυτή που αντιμετωπίζει η χώρα μας, η επένδυση στην παιδεία αποτελεί ίσως την μοναδική λύση στα οικονομικά και κοινωνικοπολιτικά αδιέξοδα. Η παιδεία πρωτίστως θέτει τον πήχη για τα επιτεύγματα του αύριο. Ο νέος νόμος πλαίσιο σε πολλά σημεία του βρίσκεται στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Η νέα εποχή επιτάσσει να συγχρονίσουμε την πολιτική μας στις απαιτήσεις, τον ανταγωνισμό και τις ανάγκες που γεννά το διεθνές εκπαιδευτικό σύστημα. Με άλλα λόγια χρειάζεται όλοι να αφήσουν πίσω αυτά που χωρίζουν και να συνεχίσουν με διάλογο κρατώντας αυτά που ενώνουν. Οι συνθήκες είναι πιο ώριμες από ποτέ για τη χώρα και την κοινωνία μας αλλά πρωτίστως για όλες τις πολιτικές δυνάμεις του τόπου προκειμένου μια ακόμη ευκαιρία για την αναμόρφωση της παιδείας να μην πάει χαμένη.

Από την εφημερίδα Παρατηρητής της Θράκης.

Διαβάστε την συνέντευξη εδώ >>